ανασύσταση


ανασύσταση
η
νέα σύσταση, ανασυγκρότηση, επανίδρυση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανασυσταίνω. Η λ. μαρτυρείται στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως τού Βασιλείου τής Ελλάδος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανασύσταση — η η ξαναΐδρυση: Η Eκκλησία αποφάσισε την ανασύσταση των εκκλησιαστικών σχολών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναδάσωση — Αποκατάσταση της δασικής βλάστησης που έχει περιοριστεί ή καταστραφεί από διάφορες αιτίες, όπως είναι η υπερβολική και αλόγιστη αποψίλωση, οι πυρκαγιές, οι κατολισθήσεις εδαφών, οι επιδρομές παρασίτων κλπ. Η α. αποτελεί πρόβλημα ζωτικού… …   Dictionary of Greek

  • Αλβανίας, Ορθόδοξη Εκκλησία — Ανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη το 1937 με την έκδοση σχετικού πατριαρχικού και συνοδικού τόμου του οικουμενικού πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης. Αφού δέχτηκε διωγμούς και διώξεις από το κομουνιστικό καθεστώς της χώρας, μέχρι την πλήρη εξάρθρωσή της,… …   Dictionary of Greek

  • Βατάτζης, Ιωάννης — Βυζαντινός αυτοκράτορας της Νίκαιας (1222 1254). Βασίλεψε στον θρόνο της Νίκαιας, του σπουδαιότερου από τα τρία ελληνικά κράτη που δημιουργήθηκαν το 1204, μετά την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Φράγκους. Ο Β. είναι ο αυτοκράτορας …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Αθλητισμός — Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ Καταγωγή του αθλητισμού και των αγώνων Οι θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για την καταγωγή του αθλητισμού και των αγώνων είναι πολλές. Πολλά από τα αθλήματα, όπως το τρέξιμο, το ακόντιο και η… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Ιστορία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ (1828 ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ) Τα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας ήταν πολλά και ιδιαίτερα σημαντικά, συνέτειναν δε, μέσα από αιματηρές εσωτερικές διενέξεις (με αποκορύφωμα τον εθνικό διχασμό) και… …   Dictionary of Greek

  • Λούκαρης, Κύριλλος — (Χάνδακας [σημερινό Ηράκλειο Κρήτης] 1572 – Κωνσταντινούπολη 1638). Πατριάρχης Αλεξανδρείας (1601 20) και Κωνσταντινουπόλεως (πέντε φορές συνολικά, 1620 23, 1623 33, 1633 34, 1634 35, 1637 38). Ξεκίνησε τις σπουδές του στο σχολείο του σιναϊτικού… …   Dictionary of Greek

  • Παλαιολόγοι — Αυτοκράτορες της τελευταίας βυζαντινής δυναστείας (1261 – 1453). Η μακρά περίοδος της βασιλείας των Π., που συμπίπτει με την τελευταία φάση –πολύπλοκη και βαθύτατα δραματική– της βυζαντινής ιστορίας, χαρακτηρίζεται από την παρακμή βασικών θεσμών …   Dictionary of Greek

  • Πανεπιστημιακή Φάλαγγα — Στην επανάσταση του 1862, η σύγκλητος του πανεπιστημίου της Αθήνας, αποφάσισε να οργανώσει σε στρατιωτικό σώμα τους φοιτητές, με σκοπό να τους αντιτάξει σε τυχόν απόπειρες βιαιοπραγιών. Μέσα σε 6 ημέρες, 600 οπλίτες φοιτητές, χωρισμένοι σε 5… …   Dictionary of Greek

  • МЕНЕДЕМ ИЗ ЭРЕТРИИ —     МЕНЕДЕМ ИЗ ЭРЕТРИИ (Μενέδημος ὁ Ἐρετριεύς) (ок. 345 261 до н. э.), греческий философ сократик, основатель Эретрийской школы (см. Элидо Эретрийская школа). Был известен как политический деятель: будучи главой города (πρόβουλος), ездил послом к …   Античная философия


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.